Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ25 Χρόνια Judge Dredd:Τι πήγε στραβά με την ταινία του Stallone

25 Χρόνια Judge Dredd:Τι πήγε στραβά με την ταινία του Stallone

Σε μια συνέντευξή του το 2010, ο Sylvester Stallone, είχε δηλώσει ότι μετάνιωσε για δυο ταινίες του μονάχα, το Cobra και το Judge Dredd. Δυο ταινίες σε διαφορετικό ύφος μεταξύ τους, με την πρώτη μάλιστα να χαίρει μιας σχετικής επανεκτίμησης λόγω της ρετρολαγνείας των 80ς που μας διαπερνάει, ενώ η δεύτερη ακόμα βρίσκεται στο στάδιο που τη θυμόμασταν πριν από 25 χρόνια όταν και κυκλοφόρησε. Μια άστοχη μεταφορά του θρυλικού κόμικ της 2000ad, αυτής της πολύχρωμης πανκ κολλεκτίβας που κατόρθωσε να ανεβάσει τον πήχη των βρετανικών κόμικ ακόμα πιο ψηλά.

Κι όμως, αν ρίξει κανείς μια πιο προσεκτική ματιά στον Ντρεντ του Stallone, θα δει πολλά πράγματα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν υπέρ του και λιγότερες -αλλά σημαντικότερες- παραφωνίες. Οι οποίες μετά την έλευση του μικρού, αλλά θαυματουργού Dredd (2012) με τον Karl Urban κάτω από το κράνος, έγιναν ακόμη μεγαλύτερες. Πάμε να δούμε πως τα παρασκήνια γεμάτα χολιγουντιανό βεντετισμό κράσαραν μια πολλά υποσχόμενη ταινία-κόμικ.

Το 1995, ο Stallone, ορμώμενος από το πολύ επιτυχημένο Demolition Man, είπε να καταπιαστεί με κάτι που φάνταζε ως συγγενής αυτού του σύμπαντος. Το Δικαστή Ντρεντ. Μια βαθιά σάτιρα του βρετανικού και αμερικανικού δυστοπικού κλίματος, με προεξάρχουσα φιγούρα έναν “πετρομούρη” μπάτσο που ταυτόχρονα έχει τη δικαιοδοσία να είναι δικαστής, ένορκος κι εκτελεστής. Παρμένος από το Βρώμικο Χάρι του Clint Eastwood, ο Ντρεντ στρογγυλοκάθισε στις πλέον μεγάλες φιγούρες των κόμικ σχεδόν από το 1977 όταν και ντεμπούταρε από τους John Wagner και Carlos Ezquerra.

Λογικό κι επόμενο λοιπόν, να τραβήξει το ενδιαφέρον της κινηματογραφικής βιομηχανίας για να τον δούμε κι επί της οθόνης. Οι πρώτες προσπάθειες έγιναν στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ωστόσο λόγω μπλεξίματων στα δικαιώματα, η ταινία-τελικό προϊόν έγινε έμμεσα μια άλλη τεράστια φιγούρα της ποπ κουλτούρας. Αυτή του Robocop. Και είναι ακριβώς αυτή η αισθητική που προσέδωσε ο Paul Verhoeven σ εκείνη την πρώτη ταινία και θα χρειαζόταν ο Ντρεντ για τη δική του. Μετά από μερικές διαπραγματεύσεις και κάποια αποτυχημένα κάστινγκ (σε κάποια φάση προτάθηκε ο Arnold Schwarzenegger για τον ρόλο) η μπίλια έκατσε στο Stallone, που ομολογουμένως είδε την προοπτική που θα είχε ένα τέτοιο πρότζεκτ, ωστόσο όπως είπε και ο ίδιος εκ των υστέρων, δεν κατάλαβε πλήρως το χαρακτήρα και πώς έπρεπε να περάσει στη μεγάλη οθόνη. H ατάκα του, κλασική πια: “...we shouldn't have tried to make it Hamlet; it's more Hamlet and Eggs…”.

Στη σκηνοθεσία, ο πιστός φαν των κόμικ, αλλά πρωτάρης τότε, Danny Cannon, στη μόλις δεύτερή του ταινία μεγάλου μήκους, ζορίστηκε αρκετά απέναντι σε έναν σταρ μεγέθους Stallone κι έκανε μπόλικες συζητήσεις, καυγάδες και εντέλει υποχωρήσεις, φυσικά εις βάρος της καλλιτεχνικής ματιάς έναντι της εμπορικότητας. Η κορυφή του παγόβουνου σε όλο αυτό είναι φυσικά το γεγονός ότι ο Stallone δε δέχθηκε να φοράει το κράνος για όλη την ταινία, όπως και ο αντίστοιχος χαρακτήρας που υποδύεται, διότι ο Ντρεντ είναι σύμβολο του Νόμου, δεν μας απασχολεί η φάτσα του. Κι έτσι μετά το πρώτο τέταρτο του φιλμ, οι φανς του Ντρεντ είδαν αυτό που δεν είχαν δει ποτέ στα κόμικ. Το πρόσωπο του κυρίου “I am the Law”. Και φυσικά δεν εκτιμήθηκε.

Αυτό είναι με διαφορά το μεγαλύτερο ατόπημα της ταινίας. Δεν καταλαβαίνει πώς να στήσει τον ίδιο της τον κεντρικό χαρακτήρα. Ο Ντρεντ δεν είναι ήρωας, ούτε η αστυνομοκρατία του κόσμου του είναι προϊόν κάποιας εξιδανικευμένης πολιτείας. Αντ’ αυτού, είναι η εικόνα ενός κόσμου βγαλμένου μέσα από έναν πυρηνικό όλεθρο, με την ανθρωπότητα σαρδελιασμένη σε τεράστιες μεγαλουπόλεις και το έγκλημα να θερίζει. Επομένως, η ανθρώπινη συνήθεια της κλιμάκωσης των μέτρων για την υποτιθέμενη “διατήρηση της τάξης” δημιουργεί έναν εκφυλισμό των εννοιών της αστυνόμευσης, της δικαιοσύνης και της αυτόκλητης υπεράσπισης του νόμου, που ναι μεν παρουσιάζεται ως κάποιο ιδανικό, ωστόσο είναι αρκετά μακριά από την πραγματική έννοια του όρου.

Στην ταινία, έχουμε μια νερωμένη και εξαιρετικά καλοντυμένη φιγούρα του Ντρεντ (Gianni Versace γαρ το ενδυματολογικό) που δείχνει κουλ, επιβάλλει το Νόμο, γκαρίζει συχνά-πυκνά τα one-liners του με ηθελημένα ή και όχι κωμικά αποτελέσματα,, κι ενώ ο Stallone, o Armand Assante (που κάνει τον δίδυμο εκπεσόντα δικαστή Ρίκο, τον αδελφό του Ντρεντ), Diane Lane, Jurgen Prochnow, Ian Dury (ναι ο γνωστός) και διάολε, ακόμα και ο Max von Sydow δεν μπορούν να σώσουν την ταινία, γιατί έχει πάρει λάθος κατεύθυνση εξαρχής. Ακόμα και ο Rob Schneider που άκουσε τα εξ'αμάξης, νομίζω πως είναι ο μόνος που έστω και με τον ενοχλητικό του τρόπο προσπαθεί να κάνει χιούμορ, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους. Ωστόσο, εκεί που η ταινία λάμπει είναι στην παραγωγή της. Και αντίστοιχα, εκεί που ψιλοχωλαίνει η ταινία του 2012. Το Judge Dredd αποτελεί μια τρομερά εύστοχη απεικόνιση του σύμπαντος του Δικαστή, με τη Mega City-One, τα όπλα, τα ABC Warriors, την περίφημη κανιβαλιστική συμμορία Angel (ο Mean Machine θαρρείς ότι είναι βγαλμένος από τις σελίδες του κόμικ) και όλα αυτά σε μια εποχή που το CGI βρισκόταν στα γεννοφάσκια του. Και βέβαια η τρομερή μουσική του Alan Silvestri κλείνει πολύ ωραία το πακέτο της ταινίας. Η οποία όμως πέραν του περιτυλίγματος, κρύβει από κάτω της μια τεράστια χαμένη ευκαιρία. Κι αυτό είναι ακόμα πιο επίπονο από το να ήταν απλώς μια κακή ταινία.

Τελευταία