Αρχική ΜΟΥΣΙΚΗΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΓράφοντας τη μελωδία του Αχέροντα

Γράφοντας τη μελωδία του Αχέροντα

Ο θάνατος είναι η μόνη νομοτέλεια για κάθε τι έμβιο. Αυτό δεν είναι ζήτημα πίστης, παραδοχής, ή εικασίας. Είναι ένα δεδομένο το οποίο ίσχυε, ισχύει, και θα ισχύει, μέχρι… τον θάνατο του τελευταίου έμβιου οργανισμού στο σύμπαν. Σχεδόν παράδοξα, ο θάνατος είναι επίσης ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου, και η επίπτωση που έχει σε όσους βιώνουν το θάνατο κάποιου άλλου είναι καταλυτική. Όσο, δε, πιο γνωστός είναι κάποιος, τόσο μεγαλύτερη είναι και η συλλογική θλίψη του ανθρώπινου είδους, ακόμη ένα δεδομένο που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση και κοινωνία όπως αυτή διαμορφώνεται ανά τις χιλιετίες.

Δεν ήρθε λοιπόν ως έκπληξη το γεγονός ότι ο θάνατος του Ennio Morricone προκάλεσε «μούδιασμα» σε εκατομμύρια -αν όχι δισεκατομμύρια- ανθρώπους ανά τον πλανήτη Γη. 'Αλλωστε, έφυγε από τη ζωή μια εμβληματική προσωπικότητα, ένα άτομο που έκανε τομές στην ιστορία της μουσικής και του κινηματογράφου τόσο μεγάλες και παράλληλα όμοιες, ώστε να αλλάξει για πάντα την αντίληψη του είδους και για τις δυο κυρίαρχες μορφές Τέχνης στον πλανήτη.

Σε αυτή τη γαλάζια ελλειπτική σφαίρα που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της, και περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο -το λαμπρό άστρο του ηλιακού μας συστήματος- ένα μικρότερο «άστρο» γεννήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1928, στη Ρώμη της Ιταλίας. Χρειάστηκε πρώτα να αποτινάξει από πάνω του τα πρώτα στεγανά που βρήκε μπροστά του, μιας και στα πρώτα χρόνια της ζωής του τον «έσπρωξαν» προς το ποδόσφαιρο, και υπήρξε μέλος των ακαδημιών της Ρόμα.

Ο μουσικός Μεσσίας της Ιταλίας

Ουδείς μπορούσε να φανταστεί -άλλωστε- ότι μπροστά του στεκόταν ένα αγόρι το οποίο επρόκειτο να αλλάξει για πάντα την ιστορία της Μουσικής και του Κινηματογράφου. Ταυτόχρονα. Ευτυχώς για τον ίδιο, ο πατέρας του, Mario Morricone, ήταν δάσκαλος μουσικής και τον έμαθε να διαβάζει αλλά και να παίζει διάφορα όργανα. Αγάπησε την τρομπέτα και πάνω σε αυτή φοίτησε στο National Academy of St Cecilia, λαμβάνοντας τη γνώση του Umberto Semproni.

Δεν ήταν όμως οι τεχνικές γνώσεις, το περιβάλλον, και η στήριξη του πατέρα του αποκλειστικά «υπεύθυνες» για το μουσικό του μεγαλείο. Έγραψε την πρώτη του σύνθεση σε ηλικία έξι ετών, και ενθαρρύνθηκε να συνεχίσει στο μουσικό μονοπάτι από πολύ νωρίς. Το ποδόσφαιρο δεν θα στεκόταν εμπόδιο, όπως τίποτα δεν στάθηκε εμπόδιο στους μεγάλους αυτού του είδους, που άφησαν τη δική τους παρακαταθήκη ως οδηγό επιμονής, υπομονής, και αξιοποίησης αυτού που δεν αποκτάς, αλλά γεννιέσαι με: ΤΑΛΕΝΤΟ.

Όταν δε αυτό συνδυάζεται με παραγωγικότητα που όμοιά της χρειάζεται να ψάξεις τόμους ολόκληρους της ιστορίας για να βρεις, το αποτέλεσμα είναι μια καριέρα 74 ετών η οποία σταματά μόνο λόγω του θανάτου. Τη Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020, το «άστρο» έσβησε, μα όπως κάθε άστρο, τα απομεινάρια του, η παρακαταθήκη του στον περιβάλλοντα χώρο, θα μείνουν εφ’ όρου ζωής, μα και θανάτου, όσο μένει έστω ένα πλάσμα ζωντανό που να γνωρίζει ποιος ήταν.

Διαχωρίζοντας τα… ύδατα του κινηματογράφου

Έχοντας αποφοιτήσει το 1954 από το Κονσερβατόριο της Santa Cecilia, αφού πρώτα ολοκλήρωσε σπουδές τεσσάρων ετών σε διάστημα έξι μηνών το 1940 στην Εθνική Ακαδημία της Santa Cecilia υπό τον Umberto Semproni, ο Morricone ξεκίνησε να γράφει μουσική για ταινίες, ως ghost composer, ενώ παράλληλα έκανε τον φωτισμό στο γιγάντιο τηλεοπτικό δίκτυο RAI. Κατά καιρούς είχε άλλα ψευδώνυμα που εμφανίζονταν στην οθόνη, όπως Dan Savio και Leo Nichols.

Χρειάστηκε να φτάσει το 1961 για να δει το πραγματικό του όνομα να αναγράφεται σε ταινία, όταν έγραψε το soundtrack της ταινίας του Luciano Salce «Il Federale (The Fascist)». Ακολούθησε μακρά συνεργασία με τον Salce στα «La voglia matta (Crazy Desire), και σε άλλες δουλειές του σκηνοθέτη. Το 1964, ιδρύει το Gruppo di Imprvisazione di Nuonva Consonanza (G.I.N.C.), μαζί με άλλους Ιταλούς συνθέτες, ένα γκρουπ πειραματικής avant-garde μουσικής βασισμένο στον αυτοσχεδιασμό. Σε εκείνο το σημείο, το ’64, έγινε και η γνωριμία που έμελλε να αλλάξει για πάντα τις ζωές όλων, παντού, για πάντα.

Αν όχι αυτός, ποιος άλλος;

Το 1964 ο Morricone γνωρίζει τον Sergio Leone, ο οποίος τον προσλαμβάνει να φτιάξουν μαζί το soundtrack της ταινίας του Leone «A Fistful of Dollars» (1964), πρώτης ταινίας της τριλογίας η οποία τελειώνει με την ταινία η οποία επρόκειτο να φιλοξενήσει το κομμάτι χάρη στο οποίο όλοι, ανεξαρτήτως μουσικών, κινηματογραφικών, και άλλων, προτιμήσεων, θα μπορούν να μάθουν τι εστί Ennio Morricone: «The Good the Bad and the Ugly».

Με περιορισμούς στο μπάτζετ που θα έκαναν οποιονδήποτε άλλον να λυγίσει, ο λαμπρός συνθέτης εισάγει μια τομή στα spaghetti western που αλλάζει τον κινηματογράφο με μια κίνηση. Πυροβολισμοί, μαστίγια, σφυρίχτρες, φωνές, άρπες, τρομπέτες, και η νέα κιθάρα της Fender, αντικαθιστούν τις κλασικές, ορχηστρικές προσεγγίσεις του John Ford, και αποτελούν τα κωμικά χαλιά πάνω στα οποία ο Clint Eastwood και άλλοι αστέρες του Hollywood και τον spaghetti westerns προκαλούν παροξυσμό στο κοινό.

Ακολουθούν συνεργασίες με μια απαστράπτουσα λίστα σκηνοθετών όπως Sergio Corbucci και Sergio Sollima σε ότι αφορά τα spaghetti westerns, πριν κάνει μεταστροφή και αρχίσει να μεγαλουργεί σε ταινίες δράματος και πολιτικού περιεχομένου. Το 1968, γράφει τραγούδια και μουσική για 20 διαφορετικές ταινίες, στη διάρκεια ενός έτους, και συνεργάζεται με ακόμη περισσότερους σκηνοθέτες που συνειδητοποιούν το μεγαλείο του, και θέλουν να αγγίξει τις ταινίες τους, όπως Marco Bellocchio, Gillo Pontecorvo, Roberto Faenza, και πολλούς ακόμη.

Γράφει τραγούδι για την τεράστια Joan Baez (Here’s to You), το οποίο αργότερα εκτείνεται πέρα από τον κινηματογράφο, και πρωταγωνιστεί στο soundtrack του Metal Gear Solid 4: Guns of the Patriots, ως το τελευταίο τραγούδι. Η ώρα για τα θρίλερ έχει φτάσει και ποιος καλύτερος συνεργάτης από τον Dario Argento; «The Bird with the Crystal Plumage», «Four Flies on Grey Velvet», και φυσικά «The Cat O’ Nine Tails», αλλά και μουσική για Ιταλικές, καλτ ταινίες γνωστές ως giallo. Το intro για το The Thing του John Carpenter, επίσης δικό του και αξέχαστο…

Διαβάστε εδώ το αφιέρωμα της κινηματογραφικής ομάδας του DEPART στον αξέχαστο Morricone, μέσα από τέσσερα τραγούδια που θα μείνουν αξέχαστα στους Φοίβο Κρομμύδα, Κώστα Χανδρινό, ?κη Μαρκόπουλο, και Στέφανο Αρταβάνη.

Hollywood is but a game

Έχοντας «χτίσει» την έννοια της μουσικής στον κινηματογράφο, το Hollywood ήταν η… παιδική χαρά του Ennio Morricone. Γράφει τη μουσική για το «Two Mules for Sister Sara» του Don Siegel, με πρωταγωνιστές τη Shirley MacLaine και τον Clint Eastwood, και επεκτείνεται στα «Hornets’ Nest» του Phil Karlson, καθώς και για τα Bloodline, The Island, Butterfly, Red Sonja, πριν αρχίσει να συνεργάζεται και με τους πιο… φρέσκους.

Brian De Palma, Warren Beatty, Oliver Stone, και Roland Joffe, γνωρίζουν το μεγαλείο του Morricone και ερωτεύονται τη μουσική του. Δένει τις ταινίες τους με κορδέλα τη μουσική του, που αντί να ξετυλίγεται, σφίγγει όλο και πιο πολύ, μετατρέποντάς τες σε αφορμή ώστε το άκουσμα του ονόματός τους να φέρει στο μυαλό τις μελωδίες του.

The Mission, Fat Man and Little Boy, City of Joy, Vatel, The Untouchables, Casualties of War και άλλα, φέρνουν το όνομά του όλο και πιο ψηλά. Έως το 1987, είχε τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ αλλά κανένα βραβείο. Τουλάχιστον όχι υλικό, διότι η φήμη του έχει ξεφύγει από τα στεγανά της Ιταλίας, της Ευρώπης, και των ΗΠΑ. Σε κάθε μικρή γειτονιά του πλανήτη, το soundtrack του The Good the Bad and the Ugly, ή κάποιας άλλης από τις αμέτρητες ταινίες που «έντυσε» με τις μελωδίες του, ηχεί σαν γλυκόπικρο soundtrack της καθημερινότητας.

Η συνταγή της επιτυχίας

Έχοντας ήδη πάνω από 40 χρόνια καριέρας στα τέλη της δεκαετίας του ’80, και κανένα βραβείο, ο Morricone χωρίς καν να προσπαθεί, φαίνεται πως αναζητά -μέσω του μεγαλείου της μουσικής του- μια… δικαίωση. Και αν όχι ο ίδιος, τότε σίγουρα ο κόσμος που βλέπει το ένα Όσκαρ μετά το άλλο να πηγαίνει σε κάποια άλλη μουσική επένδυση, και δικαιολογημένα απορεί.

Η συνταγή της επιτυχίας στην οποία αναφέρεται ο τίτλος παραπάνω, έχει όνομα και επώνυμο: Quentin Tarantino. Ο Tarantino δανείζεται αρχικά κομμάτια του Morricone για τα Kill Bill: Volume 1 και Kill Bill: Volume 2, καθώς και για τα Death Proof και Inglourious Basterds. Στο τελευταίο, ο Tarantino ήθελε τον Morricone να γράψει μουσική από την αρχή, όμως ο Ιταλός συνθέτης εργαζόταν για το Baaria του Giuseppe Tornatore -με τον οποίο συνεργάστηκαν εκτεταμένα και μεγαλούργησαν παρέα.

Το 2012 γράφει το «Ancora Qui» για το Django Unchained, και το 2014 κάποιος λανθασμένα λέει πως ο Morricone δήλωσε ότι «δεν θέλω να συνεργαστώ ξανά με τον Tarantino». Λίγο καιρό μετά τη συγκεκριμένη φήμη συμφωνεί να γράψει το original score για το The Hateful Eight και ο δρόμος προς την επιτυχία αποκτά τη λαμπρή του κορύφωση: Όσκαρ για Best Original Score το 2016, για την ταινία του Tarantino, δεύτερος μεγαλύτερος υποψήφιος για Όσκαρ στην ιστορία μετά τη Gloria Stuart, και μεγαλύτερος σε ηλικία νικητής Όσκαρ στην ιστορία του θεσμού.

Κονσέρτα… πολυβόλα

Ο δρόμος της αναγνώρισης, τις οικουμενικής παραδοχής του μεγαλείου του Ennio Morricone ως έναν από τους κορυφαίους μουσικούς στην ιστορία, δεν πέρασε μόνο από τον κινηματογράφο. Η κλασική του παιδεία αποτέλεσε την πηγή δημιουργίας κονσέρτων και ζωντανών παραστάσεων που όμοιές τους σπάνια βρίσκονταν και βρίσκονται, τόσο στην εποχή που τις πραγματοποίησε, όσο και σήμερα.

Είχε υπάρξει διευθυντής ορχήστρας στην Orchestre national des Pays de la Loire, στη Dutch Metropole Orchestra, στη National Orchestra of Belgium, στη Συμφωνική Ορχήστρα της Ρώμης με την οποία έχουν παίξει στο Royal Albert Hall, και σε όπερες ανά τον πλανήτη όπως Μόσχα, Σαντιάγο (Χιλή), Βερολίνο, Βουδαπέστη, Ουγγαρία, Βιέννη, και άλλες.

Αντί επιλόγου

Όπως αρχίσαμε, έτσι θα τελειώσουμε. Επίλογος στη συνεισφορά ενός καλλιτέχνη τέτοιου βεληνεκούς, μιας προσωπικότητας τόσο σημαντικής, βαρύγδουπης και καταλυτικής, δεν μπορεί να τοποθετηθεί. Ο Ennio Morricone ήταν, είναι, και θα είναι για πάντα ζωντανός μέσα από το έργο του. Όχι μόνο τη μουσική του, αλλά και μέσα από τον ανεπανάληπτο τρόπο με τον οποίο έδειξε σε επίδοξους συνθέτες ανά τον πλανήτη πως αν αγαπάς την τέχνη σου, και παράγεις ποιοτικό υλικό που «μένει» στον κόσμο, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα, μα ούτε να περιμένεις τίποτα.

Το Όσκαρ του 2016 αποτέλεσε μια ικανοποίηση για τον κόσμο, μα αμφιβάλλουμε πως ο ίδιος πανηγύρισε όπως θα πανηγύριζε κάποιος άλλος. Για τον Morricone, το μεγαλύτερο βραβείο είναι το γεγονός πως όταν κάποιος ακούσει τα πέντε χαρακτηριστικά σφυρίγματα, αμέσως θυμάται την υπόλοιπη μελωδία, που ξεκινάει από το σφύριγμα που υπονοεί μια κατάσταση πανούργα και υποχθόνια και κορυφώνεται σε μια επαναστατικής μορφής μουσική σύνθεση με τον Καλό, τον Κακό, και τον 'Ασχημο να ανταλλάσσουν βλέμματα, και σφαίρες.

Εις το επανιδείν, signore Morricone…

Τελευταία