Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΤο Φαινόμενο Της Τρύπιας Καρδιάς

Το Φαινόμενο Της Τρύπιας Καρδιάς

Διαβόητος. Με αυτή τη λέξη θα χαρακτήριζα τον Γιάννη Οικονομίδη βάσει της προηγούμενης του κινηματογραφικής πορείας πριν την «Μπαλάντα Της Τρύπιας Καρδιάς». Αναμφισβήτητα καταξιωμένος. Ήδη από την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Σπιρτόκουτο», κατέκτησε το βραβείο της Ένωσης Κριτικών Ελλάδος πράγμα που ξανασυνέβη και με τις επόμενες τρεις του. Με τον «Μαχαιροβγάλτη» μάζεψε 6 βραβεία στη νεοσύστατη τότε Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου. Η δεύτερη του ταινία, «Ψυχή Στο Στόμα», έκανε πρεμιέρα στις Κάννες και η τέταρτη του «Μικρό Ψάρι» στο Βερολίνο. Συνεπώς τον λες και καταξιωμένο διότι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την καλλιτεχνική του αξία με τόσες διακρίσεις. Διαβόητος παρόλα αυτά, επιμένω, γιατί μπορεί η ατάκα «Πως τους πετσόκοψες έτσι;» να βρίσκεται στα στόματα κάθε νεαρού καθώς έγινε viral τα τελευταία χρόνια αλλά πόσοι είδανε το «Μικρό Ψάρι» από όπου και προέρχεται; Ο γράφων το είχε δει στην μικρή αίθουσα της Ταινιοθήκης με τρεις φίλους και άλλους τόσους μέσα στην αίθουσα. Ο Οικονομίδης δεν είχε βρει την εμπορική καταξίωση μέχρι τώρα. Παρόλα αυτά, ακόμα κι απ’ την πρώτη του μυθοπλασία μικρού μήκους «Σταδιακή Βελτίωση Του Καιρού» όπου μπορούμε να πούμε ότι κάνει ελληνικό νεορεαλισμό χωρίς να έχει βρει την προσωπική του γραφή, έχει πιάσει την ουσία σχετικά με την Ελληνική πραγματικότητα. Σε αυτά τα δύο σημεία θα σταθώ σε αυτό το κείμενο.

Με το πρώτο teaser της «Μπαλάντας» άκουσα διάφορα από ανθρώπους του χώρου. Ότι μάλλον θα πνιγεί στην αυτοαναφορικότητα δεδομένης της σκηνής του teaser και ότι δεν κατάφερε να βρει διανομή παρά μόνο σε μια αίθουσα, με δυο λόγια ότι είναι τελειωμένος. Είχα την τύχη να έχω μια παραπάνω εικόνα για την ουσία της ταινίας. Λόγω κάποιων συγκυριών είχα παραστεί σε δυο πρόβες της κι έτσι δεν συμμεριζόμουν αυτές τις κριτικές ανησυχίες. Έρχεται όμως η ώρα η ταινία που η ταινία δοκιμάζεται στη μία αίθουσα του ΑΣΤΥ. Κάθε παράσταση είναι sold out. Αυτό κάτι λέει αμέσως αμέσως και ήδη σκέφτομαι ότι δεν είναι απλά οι φανατικοί του σκηνοθέτη. Παρόλα αυτά, μοιραία, η πορεία της θα κοπεί από τον Ιό αλλά η «ζημιά» είχε γίνει. Εγώ πρόλαβα να τη δω πρώτη φορά την τελευταία Πέμπτη πριν κλείσουν οι αίθουσες με έναν φανατικό φίλο μου που την περιμέναμε πως και πως. Το κοινό ελάχιστο γιατί ο φόβος για τον CoVid είχε κορυφωθεί αλλά τα γέλια βροντερά και βλέπω ότι η ταινία σίγουρα λειτουργεί. Ο Βαγγέλης Μουρίκης που παίζει τον Ντίνο τον Πακετούλη στην ταινία μου είχε μεταδώσει την ανησυχία και την πίκρα για τη διακοπή της ταινίας σε μια συνομιλία μας αλλά είχε και μια μικρή αισιοδοξία γιατί 2-3 θερινά θα έπαιρναν την ταινία με το άνοιγμα τους. Η πραγματικότητα μάλλον θα του έδιωξε κάθε ανησυχία.

Συνήθως άν διακοπεί η πορεία κάποιας ταινίας, είναι καταδικασμένη στο ταμείο. Εδώ έχουμε το αντίστροφο και ο λόγος είναι απλός. Η ταινία έκανε θόρυβο όσο έμεινε στο ΑΣΤΥ. Όλοι είδανε τα sold out, ο Οικονομίδης έδωσε αρκετές συνεντεύξεις εκείνο τον καιρό, μετέδωσε και την επιτυχία και την ουσία της ταινίας. Φτάνοντας στην 1/6 και το άνοιγμα των θερινών, το κοινό ήταν πεινασμένο. Οι πιστοί του Οικονομίδη που δεν την πρόλαβαν για να λατρέψουν το ίνδαλμα τους και οι υπόλοιποι να δούνε τι στο καλό έφτιαξε επιτέλους αυτός ο Οικονομίδης που μέχρι τότε ίσως να υπήρχε στη συνείδηση τους ως «αυτός ο σκηνοθέτης με τα βρισίδια». Είμαι σίγουρος πως σε αρκετούς που την είχαν δει ήδη θα είχε ανοίξει και η όρεξη για μια δεύτερη φορά. Η διακοπή αυτή τη φορά λειτούργησε υπέρ της ταινίας αλλά κι η ταινία αυτή καθαυτή έχει την καλλιτεχνική αξία της κι εγώ ο ίδιος είμαι απ’ αυτούς που την είδαν όχι μία και δύο αλλά τρεις φορές.

Δεν βλέπω ταινίες πάνω από μια φορά σε διανομή. Το είχα κάνει μόνο με τις ταινίες του Tarantino από το «Inglourious Basterds» κι έπειτα γιατί απλά και μόνο τις έβρισκα τόσο ανόθευτα διασκεδαστικές. Ο λόγος είναι ο ίδιος και τώρα αλλά βέβαια κι εκείνες τις είχα δει μόνο δύο φορές την κάθε μία. Η τρίτη και φαρμακερή ήρθε στην Μπαλάντα γιατί πέραν από το πόσο αστεία και χύμα είναι η ταινία, μιλάει και στην ψυχή μου. Η Ελληνική ουσία που ανέφερα στην εισαγωγή υπήρχε μέχρι τώρα στον Οικονομίδη επικριτικά και πολύ, μα πάρα πολύ, σκοτεινά. Ο δημιουργός καταπιανόταν με αυτήν τη μίζερη και απάνθρωπη πλευρά μας. Σε μια συνέντευξη που έδωσαν στον 'Ακη Καπράνο ο Οικονομίδης μαζί με τον Μουρίκη για την ταινία, ο 'Ακης σχολίασε πως κάθε ταινία του είναι σε διάλογο με την προηγούμενη κι ότι ουσιαστικά «ανεβαίνει ένα σκαλί πιο πάνω». Σε αυτήν ο Οικονομίδης καταπιάνεται με την καψούρα και τον καημό, την Ελληνίδα μάνα, ουσιαστικά το πόσο αθεράπευτα ρομαντικοί είμαστε ως έθνος. Δείχνει δε μια πρωτοφανή συμπόνια για τους ήρωες του και έχει το πρώτο του φινάλε που αφήνει κάποια ελπίδα για την κοινωνία στην οποία αναφέρεται.

Τη δεύτερη φορά το κοινό (μέσα σε αυτό και η μάνα μου η οποία πρώτη φορά έβλεπε Οικονομίδη) ήταν εκστατικό. Η Ριβιέρα κατάμεστη και ένα διαρκές γέλιο που έκανε τη γειτονιά να σείεται. Την τρίτη φορά στο ΒΟΞ ήμουν ήδη ψυλλιασμένος από τη σύσταση των θεατών ότι θα είναι πιο συγκρατημένα τα πράματα. Κυρίες μεγάλης ηλικίας και ακόμα και ενδυματολογικά οι υπόλοιποι μου έλεγαν ότι είναι πιο κοντά στο mainstream και έπρεπε να δουν την ταινία γιατί απλούστατα είναι το φετινό χιτάκι -εγώ θα το χαρακτήριζα και χιτάκι της δεκαετίας για τα ελληνικά δεδομένα. Όντως τα γέλια πιο συγκρατημένα και μόνο στα αστεία της ταινίας, έπαιξε σαν μια σωστή κωμωδία αλλά απ’ τις κουβεντούλες και την ατμόσφαιρα μετά τη λήξη, σίγουρα κανείς δεν απογοητεύτηκε.

Ο Οικονομίδης είναι ο μοναδικός ελληνικός auteur που μας έχει απομείνει, με όλη τη σημασία της λέξης. Αν κάνει κάθε φορά την καλύτερη του ταινία και εξελίσσεται, εδώ το καταφέρνει περισσότερο από ποτέ. Αφουγκράστηκε και έπιασε για πρώτη φορά τι είχε ανάγκη το κοινό, χωρίς να κάνει ούτε μισή έκπτωση, πράγμα που φαίνεται σε όλη τη σκηνοθετική προσέγγιση της ταινίας. Έχει πλέον το πάτημα για να κάνει ό,τι θέλει σαν επόμενη ταινία, με μια διευρυμένη βάση κοινού σε τεράστιο βαθμό. Μπράβο του λοιπόν που εξάλειψε και τον δικό του καημό άν είχε κι αυτός μια τρύπα στην καρδιά του μέχρι τώρα. Σίγουρα όλη η Ελλάδα θα περιμένει όσο τίποτα άλλο το επόμενο βήμα του.

Τελευταία