Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑBreakfast Club και γνώθι σαυτόν

Breakfast Club και γνώθι σαυτόν

Ο John Hughes παραμένει ο άνθρωπος που απεικόνισε την εφηβεία με τον πιο ρομαντικά γλυκόπικρο τρόπο στην Αμερική του ’80. Αν και σήμερα πολλές από τις εικόνες του σε πρώτο επίπεδο μπορεί να μη φαίνονται να πατάνε στην πραγματικότητα (ενώ κάποιοι έχουν κάνει λόγο για κανονικοποίηση τοξικών συμπεριφορών μέσα στις ταινίες του), η αλήθεια είναι πως λίγοι κατάφεραν να πιάσουν το εφηβικό άγχος και τις αναζητήσεις με το χιούμορ και τον λυρισμό του, χρησιμοποιώντας τα σαν διόδους για να μιλήσουν για ευρύτερα θέματα. Και μιας και αύριο σε Ριβιέρα και Βοξ θα προβληθεί το εμβληματικό Breakfast Club του -στα πλαίσια του Midnight Express- είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ανατρέξουμε στην ταινία που μίλησε για τη διαφορετικότητα, τα απωθημένα και τα «κουτάκια» στα οποία εντασσόμαστε, άλλοτε ακούσια κι άλλοτε εκούσια.

Η δεύτερη ταινία του Hughes ξεκινά ένα σαββατιάτικο πρωινό, όταν πέντε εντελώς διαφορετικοί μαθητές φτάνουν στο σχολείο για να «εκτίσουν την ποινή τους». Ο καθένας από αυτούς είναι τιμωρημένος και πρέπει να περάσει μια μέρα στο σχολείο, κάτω από απόλυτη σιωπή, γράφοντας μια έκθεση με θέμα «Ποιος Είμαι», υπό την εποπτεία του σαδιστή λυκειάρχη. Όσο περνούν οι ώρες, οι όποιες προκαταλήψεις μεταξύ τους αρχίζουν και σπάνε, μαθαίνουν πως έχουν πολύ περισσότερα κοινά και καταλήγουν σε μια ομαδική ψυχανάλυση που θα τους αφήσει τη συγκεκριμένη τιμωρία χαραγμένη στο μυαλό για άλλους λόγους.

Αν και αβέβαιος για τις τότε δυνατότητές του ως σκηνοθέτης -σύμφωνα με τις δηλώσεις του-, ο Hughes κατάφερε να φτιάξει ένα αριστούργημα το οποίο με τον τρόπο του αξιοποιεί όλα τα κλισέ του αμερικανικού εφηβικού κινηματογράφου για να τα στρέψει αμέσως μετά ενάντια στον ίδιο τους τον εαυτό. Η ιδέα των μετώπων και της διαφοράς γίνεται ξεκάθαρη εξαρχής. Ένας αλήτης, η μεσοαστή «πριγκίπισσα», το φυτουκλάκι, ο αθληταράς και το φρικιό. Πέντε άτομα, πέντε στερεότυπα, πέντε φράξιες χωρίς συμμάχους να τους υπερασπιστούν. Πέντε στρεβλές αντιμετωπίσεις της πραγματικότητας που μπήκαν σε επιβεβλημένα καλούπια. Το φιτίλι είναι ήδη αναμμένο και περιμένει να εκραγεί. Αλλά η έκρηξή του δε θα τραυματίσει τους απέναντι, αλλά τους ίδιους τους εαυτούς τους. Γιατί για πρώτη φορά δε θα παρατηρήσουν την πραγματικότητα από απόσταση ασφαλείας αλλά θα συμμετέχουν σε αυτή. Και θα χρειαστεί να ανοιχτούν, όχι επειδή τους επιβλήθηκε (για πρώτη φορά μάλλον στις νεαρές ζωές τους), αλλά επειδή ήρθε η ώρα. Γιατί και το σχολείο είναι ένας βίαιος ψυχικά χώρος που ή ανήκεις κάπου ή είσαι μόνος κι εκτεθειμένος. Και όλοι τους για πρώτη φορά είναι πλήρως εκτεθειμένοι.

Ουσιαστικά η ταινία του Hughes είναι ένα δράμα δωματίου. Κλειστοί χώροι οι οποίοι αναγκάζουν τα άτομα να συναναστραφούν χωρίς άλλη διέξοδο. Δεν υπάρχει απόδραση. Όσο κλεισμένα είναι τα πρόσωπα μέσα στο δωμάτιο, άλλο τόσο είναι και στη ζωή τους. Ένας γνώριμος χώρος, μια συμβολική κατάσταση. Φυσικά και θα υπάρξει χιούμορ, φυσικά και θα υπάρξει γέλιο, αλλά μόνο όπου αυτό ευδοκιμεί, χωρίς να πιεστεί για να ικανοποιήσει τον θεατή. Μόνο ως διάλειμμα από τις καταστάσεις που πάνε να συνθλίψουν τους έφηβους πρωταγωνιστές.

Απ’ ό,τι έχει γίνει μέχρι στιγμής αντιληπτό, το Breakfast Club είναι μια ταινία για την ταυτότητα. Μπορεί να αφορά σε νεαρά άτομα που είναι άβγαλτα στη ζωή, αλλά οι προβληματισμοί τους δεν παύουν να είναι έγκυροι. Σε μια Ριγκανική Αμερική με τον συντηρητισμό και τη μισαλλοδοξία να αποτελούν κανονικότητα, με όλους τους ανθρώπους να πρέπει να ανήκουν στη μια ή την άλλη πλευρά, οι έφηβοι ήταν αυτοί που πλήρωσαν το τίμημα της πόλωσης και ακολούθησαν τις επιταγές των ενηλίκων και τον συνομηλίκων τους άκριτα χωρίς να σταματήσουν ποτέ για να αναρωτηθούν τι συμβαίνει. Χωρίς να κάνουν κάποια επανάσταση. Κι αυτήν την επανάσταση έρχεται να τους προσφέρει αυτή η τιμωρία. Να διεκδικήσουν την ανάγκη της κατανόησης, να δεχτούν την κατανόηση στους άλλους, να μοιραστούν εμπειρίες και τελικά να μην ξεχάσουν. Ούτε τους άλλους, ούτε και τον εαυτό τους.

Αν και ο Hughes επίσης θα μπορούσε πολύ άνετα να επιρρίψει τις ευθύνες στην παλιά γενιά, επιλέγει να το κάνει όχι σε προσωπικό αλλά σε γενικό επίπεδο. Ο λυκειάρχης είναι μια μισητή γελοιογραφία που δυναστεύει και μισεί τα παιδιά. Όταν βγαίνει από το ρόλο του δερβέναγα, όμως, δείχνει κάποια ανθρώπινα χαρακτηριστικά που κρύβει κάτω από μια μάσκα συμβιβασμών για να ικανοποιήσει ένα όνειρο που του επιβλήθηκε ως δικό του, ότι τα συμφέροντα υπερέχουν των επιθυμιών. Έστω κι αν χρειάζεται (γι’ άλλη μια φορά η αντίθεση ως γενεσιουργός αιτία) να του το θυμίσει ένας άνθρωπος εντελώς διαφορετικός από αυτόν και να του σπάσει τις προκαταλήψεις του για μερικά δευτερόλεπτα. Γιατί στο σύμπαν του -ένα σύμπαν που πατά στην πραγματικότητα- δεν είναι μόνο οι έφηβοι στερημένοι κατανόησης αλλά και οι ενήλικες. Τα πάντα λειτουργούν συμβολικά και όταν ξεχνάς τον εαυτό σου και δέχεσαι να γίνεις σύμβολο/γρανάζι, τότε είναι που έχεις παραιτηθεί. Για πάντα όμως;

Εν τέλει το Breakfast Club μένει αιώνια διαχρονικό, όχι μόνο ως μάθημα κινηματογράφου και σεναρίου, όχι ως ανάμνηση μια περασμένης και πανταχού παρούσας new wave δεκαετίας, αλλά ως μια γλυκόπικρη αλήθεια. Που όταν χτυπήσει το κουδούνι του τέλους, ξέρεις ότι δε βγαίνεις ο ίδιος από αυτήν. Και πρέπει να χαίρεσαι γι’ αυτό γιατί είναι μια εμπειρία λυτρωτική, γλυκιά και κατά βάθος, ευχάριστη. Γιατί σου μένει το υπόλοιπο Σάββατο και η Κυριακή για να δεις τον κόσμο με άλλα μάτια προτού ξαναέρθει η Δευτέρα και πρέπει να είσαι έτοιμος να εφαρμόσεις αυτά που έμαθες στην πράξη.

Τελευταία