Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΡετροσπεκτίβα - 15 χρόνια Batman Begins - Η επιστροφή του βασιλιά

Ρετροσπεκτίβα - 15 χρόνια Batman Begins - Η επιστροφή του βασιλιά

“Why do we fall, Bruce? So we can learn to pick ourselves up”. Αυτή η τυπική Χολιγουντιανή ατάκα που ακούγεται σε καίρια σημεία της ταινίας που γιορτάζουμε σήμερα, έχει μια σχεδόν μαγική ικανότητα να αναφέρεται έστω και έμμεσα στο πρόβλημα που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο ο ήρωάς της. Το Batman Begins του Christopher Nolan, ήρθε πριν από δεκαπέντε ακριβώς χρόνια σαν σωσίβιο για τον πολυαγαπημένο υπερήρωα. Τον τράβηξε από τη “λάσπη” των προηγούμενων ταινιών (εσένα κοιτάω Batman και Robin) για να του ξαναδώσει μπόλικο από το χαμένο του κύρος.

Μιας που θυμηθήκαμε το Batman και Robin, εκεί θα εντοπίσουμε την έκρηξη που κόντεψε να στείλει το Μπάτμαν στο χρονοντούλαπο της κινηματογραφικής ιστορίας. Ό,τι καλό είχε χτίσει ο Tim Burton με τις δυο ταινίες του, η Warner κόντεψε να πετάξει στο καλάθι των αχρήστων τόσο με το Batman Forever όσο και με το Batman και Robin. Η εταιρική τακτική του να γυρίζουμε ταινίες για να πλαισιώσουν την πώληση παιχνιδιών δε βοήθησε ποτέ κανέναν κι αυτό φάνηκε από τον πανικό ιδεών που ακολούθησαν μετά την τέταρτη ταινία όσο κι από το πόσο γρήγορα όλα ακυρώθηκαν, έπειτα από καυστικές κριτικές και νούμερα στο box office. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι ενόσω γυριζόταν το B&R, οι παραγωγοί έβλεπαν τα dailies, κοινώς τα καθημερινά πλάνα που γύριζε ο Joel Schumacher, κι ήταν τόσο ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα, που τον έκλεισαν για μια ακόμα, τρίτη, ταινία. Πώς λειτουργεί η ειρωνεία της ζωής καμιά φορά. Ο Schumacher, έχοντας απολογηθεί πάρα πολλές φορές έκτοτε, ήθελε στην τρίτη ταινία να γυρίσει στα απολύτως απαραίτητα στοιχεία του χαρακτήρα, να πετάξει το κυριολεκτικό και μεταφορικό τσίρκο που είχε στηθεί και να μοιάσει περισσότερο στα φιλμ του Burton. Να προσεγγίσει το χαρακτήρα με μια πιο αγνή-σκοτεινή αισθητική.

Κι όμως, ο Batman επρόκειτο να περάσει από χίλια κύματα για να προσγειωθεί στην αγκαλιά του Christopher Nolan. Από το περίφημο και σκοτεινό Batman Triumphant, που θα είχε το Σκιάχτρο ως κύριο ανταγωνιστή, μέχρι τα πρώτα ντραφτ για Batman vs Superman και εντέλει το δίλημμα ανάμεσα στη μεταφορά του εξαιρετικού κόμικ του Frank Miller, Batman: Year One ή της φουτουριστικής σειράς Batman: Beyond.

Τελικά έτρεχαν και τα δυο πρότζεκτ ταυτόχρονα, όμως το αρχικό πλάνο ήταν και πάλι διαφορετικό: Το Batman: Year One, θα μεταφερόταν στη μεγάλη οθόνη με σκηνοθέτη τον Darren Aronofsky και στο σενάριο τον ίδιο το Miller. Ο Aronofsky μάλιστα τότε, προμόταρε αρκετά στους ιθύνοντες της Warner την ιδέα του Joaquin Phoenix ως Μπάτμαν, ενώ κάπου εδώ χρονικά τοποθετούμε και το όνομα του Christian Bale ως πιθανού υποψήφιου για τον κεντρικό ρόλο. Η ιδέα του reboot είχε σφηνωθεί για τα καλά στα γραφεία της Warner, μέχρι το 2002 όταν και η εταιρεία αποφάσισε να κινηθεί με το Batman vs Superman, μια ακόμη ακυρωμένη ιδέα που είδαμε σχεδόν δέκα χρόνια μετά από το Zack Snyder, σε πολύ διαφορετική μορφή κι εκτέλεση.

Μετά από μια ακόμη ιδέα που κατάληξε στον κάλαθο των αχρήστων, από τον ανερχόμενο τότε Joss Whedon, η Warner εμπιστεύτηκε τους Christopher Nolan και David S.Goyer. Και όπως φάνηκε, η επιστροφή του Batman θα ήταν απλά θέμα χρόνου. Ναι οι ταινίες του Nolan απέκδυσαν λίγο περισσότερο το χαρακτήρα από το κόμικ στοιχείο του, έδωσαν έναν σαφέστατα πιο ρεαλιστικό τόνο σε σχέση με το goth παραμύθι του Burton ή το τσίρκο βουτηγμενο στα νέον του Schumacher, αλλά ειδικά στο Batman Begins, o Nolan κατορθώνει να χτίσει τον ήρωα από την αρχή και του αφιερώνει όλη την ταινία. Μιλάμε για ίσως την πιο ενδελεχή μελέτη του ήρωα σε κινηματογραφικό επίπεδο, όσο κι αν η προσωπική μπίλια στο τέλος της ημέρας κάθεται στις ταινίες του Burton. Ο Bale, ενσαρκώνει έναν διαλυμένο άνθρωπο όπως είναι ο Bruce Wayne, αποδομείται για να ξαναχτιστεί πρώτα στηριζόμενος στην πατρική φιγούρα του Henri Ducard (εξαιρετικός Liam Neeson όπως πάντα) και, μετά την επιστροφή του στη Γκόθαμ, στο σκοτάδι της σπηλιάς του. Εκτελεί με άψογο τρόπο το κλασικό “θέατρο” του Wayne, κάνοντας τον υπερφίαλο πλειμπόι την ημέρα, για να αποφύγει της υποψίας για τις νυχτερινές του εξορμήσεις. Εκεί είναι που γίνεται το σύμβολο που τόσο επιθυμεί για την πόλη. Εδώ βλέπουμε για πρώτη φορά έναν άβγαλτο, “φρέσκο” Μπάτμαν, που μαθαίνει τα βήματά του, που σκληραίνει τη στάση του, που ενηλικιώνει επιτέλους το Bruce Wayne που είχε θάψει μέσα του. Τα κίνητρα του Μπάτμαν πηγάζουν από το φόβο και τον πόνο, δύο συνισταμένες που διέπουν όλο το φιλμ. Ο ίδιος, πληγωμένος και ψυχικά νεκρός, προσπαθεί να αντιστρέψει το παιχνίδι και να χτυπήσει την εγκληματικότητα με το ίδιο νόμισμα. Αλλά δε βουτάει ποτέ στον ακραίο βιτζιλαντισμό κι ας δοκιμάζει ενίοτε το “νερό” του.

Από κοντά και το υπόλοιπο καστ, με φωτεινά παραδείγματα τους Michael Caine ως τον πιστό Alfred (και δεύτερη πατρική φιγούρα μετά τον Thomas Wayne), παίρνοντας έτσι τα σκήπτρα από τον μυθικό Michael Gough, τον Alfred των τεσσάρων προηγούμενων Batmen. Και βέβαια, η εκπληκτικά εύστοχη επιλογή του Gary Oldman ως επιθεωρητή Gordon, του μοναδικού “φίλου” που μπορεί να έχει ένας μασκοφόρος εκδικητής σε μια σάπια πόλη όπως η Γκόθαμ. Εξαιρετικός και ο Cillian Murphy ως Jonathan Crane ή αλλιώς Scarecrow, ένας ψυχασθενής γιατρός που δηλητηριάζει την πόλη με τις παραισθησιογόνες τοξίνες του.

Η ταινία όμως ανήκει στον ήρωά της. Η μουσική των Hans Zimmer/James Newton Howard, προσπαθεί σοφά να αποφύγει την πλέον συνώνυμη με το χαρακτήρα αντίστοιχη του Danny Elfman, είναι μια καταπληκτική και πιο μοντέρνα χρήση κλασικών μοτίβων του Batman, ενώ ο Nolan κεντάει με εξαιρετικές χρήσεις της κάμερας, κρατώντας παράλληλα βασικά συστατικά του ήρωα (οι σκηνές με τις νυχτερίδες είναι χάρμα οφθαλμών) ενώ από κοντά και οι σκηνές που μας δείχνουν την πιο γρήγορη, νίντζα τακτική μάχης του αγαπημένου μας νυχτερίδα.

Ακόμα και σήμερα, δεκαπέντε χρόνια μετά, υπάρχουν φωνές που θεωρούν την καλύτερη της τριλογίας, ακόμα και πάνω από το Dark Knight που έχει αγγίξει όρια μυθικού στάτους πια, για το οποίο θα μιλήσουμε σε άλλο κείμενο. Όπως και να ‘χει, το Batman Begins είναι σίγουρα η σωστή επανένταξη ενός χαρακτήρα που δε χορταίνουμε να βλέπουμε και ταυτόχρονα ένα γράμμα αγάπης για το -τότε- πληγωμένο πρεστίζ του.

 

Τελευταία