Αρχική ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΗ μοιραία τραγωδία του Scarface

Η μοιραία τραγωδία του Scarface

Το Scarface αποτελεί μια πανταχού παρούσα ταινία και φαινόμενο ποπ κουλτούρας πλέον αλλά σίγουρα κανείς από τους συντελεστές του δεν το περίμενε στο μακρινό 1983, ύστερα από την περιπετειώδη παραγωγή της και την άτσαλη προσγείωση της στα ταμεία και την κριτική. Χτύπησε όμως μια χορδή στην Αμερική του Reagan στη μετέπειτα ζωή της κι ο απόηχος του έφτασε παγκόσμια. Έτσι λοιπόν οι μυημένοι και τυχεροί πρωτάρηδες μαζευόμαστε αύριο στην αγαπημένη Σαββατιάτικη συνήθεια του Midnight Express να πετάξουμε στην οθόνη τις ατάκες που μαθαίναμε απ’ έξω από τα εφηβικά μας χρόνια.  

Υπάρχει λογική πίσω από την καταβαράθρωση του στην αρχική κυκλοφορία. Αποτελεί μια ωμή κριτική του Αμερικανικού Ονείρου, σκηνοθετημένο από τον Brian De Palma, το κακό παιδί της παρέας των Spielberg, Lucas, Coppola και Scorsese. Η εμπορική και κριτική καταξίωση των υπολοίπων του διέφευγε μέχρι τότε γιατί τον χαρακτήριζε η προσπάθεια του να φτάσει την ακρότητα του Hitchcock σε νέες κορυφές. Παρόλα αυτά είχε καπαρώσει ένα χιτάκι με το Carrie και ύστερα από τα μετέπειτα γνώριμα πονήματα του που κορυφώθηκαν με την αποτυχία του κατά τ’ άλλα εξαιρετικού Blow Out, ήταν έτοιμος να αναλάβει μια ταινία για στούντιο ώστε να συνεχίσει ύστερα το μεράκι του. To Scarface ετοιμαζόταν ήδη από τον Pacino και τον μάνατζερ/παραγωγό του, Martin Bregman. Θα αποτελούσε την τρίτη συνεργασία τους με τον Sidney Lumet μετά το Serpico και το Dog Day Afternoon. Οι πλανήτες ευθυγραμμίστηκαν όταν οι καλλιτεχνικές διαφορές του Lumet πάνω στο υπερβολικό από κάθε άποψη σενάριο του έτερου κακού παιδιού Oliver Stone συνέπεσαν με την απόρριψη του De Palma από το Prince Of The City, η ευτυχής τράμπα έγινε και η ιστορία πήρε το δρόμο της.

Η κοινωνική υπόσταση του σεναρίου που βρίσκει τον Tony Montana ανάμεσα σε 125,000 Κουβανούς εξόριστους μπορεί να είχε ξεκινήσει από τον Lumet αλλά η συνέχεια φαντάζει ιδανική για τον De Palma, ένα σενάριο που το απασχολούν μόνο τα άκρα. Στη βία, στη γλώσσα, στο ασύδοτο lifestyle, στην εκδοχή του Αμερικανικού Ονείρου που παρουσιάζει, στη συμπεριφορά του μαινόμενου αποφασισμένου Tony και στην προδιαγεγραμμένη τραγική κατάληξη του. Προδιαγεγραμμένη διότι το σενάριο έχει άπειρες προοικονομίες και προειδοποιήσεις για τον φτωχοδιάβολο μας. Έτσι όπως εκπληρώνει τους στόχους μέσα από καθαρή πυγμή, διαπράττει και την προφητευμένη ύβρη του διότι απλούστατα δεν είναι μόνος του στον κόσμο. Ο Tony όφειλε να σεβαστεί και τα αγαπημένα του πρόσωπα αλλά και την κοινωνία του εγκλήματος στην οποία άνηκε. Κυνήγησε απερίσκεπτα, χωρίς έλεος όπως θα έκανε κι ένας επιχειρηματίας στον καπιταλισμό αλλά σίγουρα ο δεύτερος δεν θα είχε τέτοιο επικό τέλος.

Αξίζει να σημειωθεί δε ότι από τη γκανγκστερική μυθολογία που θα καθορίσει το Hollywood τα επόμενα χρόνια είχε προηγηθεί μόνο το πιο high brow λογοτεχνικό Godfather. Ο De Palma ανοίγει την πόρτα για τον Scorsese και θέτει τη βάση για τα δικά του The Untouchables και το πιο ισορροπημένο Carlito’s Way-πάλι με τον Pacino. Είναι και το πρώτο βήμα προς το Mission: Impossible από λογική παραγωγής, τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη του De Palma από άποψη βιομηχανίας.

Παρόλη τη γείωση στην πραγματικότητα που έχει η ταινία, είναι και ξεκάθαρα μια ταινία του De Palma με όλες σχεδόν τις σφραγίδες του. Έχουμε λοιπόν God’s eye view πλάνα, εντυπωσιακές κινήσεις με γερανό και μη, την ωμή τυχαιότητα που χαρακτηρίζουν τα θρίλερ του στις σκηνές βίας και μια παροιμιώδη οικονομία στις σκηνές διαλόγου που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Είναι σημαντικό το τελευταίο σε μια τέτοια ταινία διότι βλέπουμε την κινησιολογία και παίρνουμε εξαιρετική αίσθηση των larger than life χώρων. Διπλά εντυπωσιακό το τελευταίο παραγωγικά καθώς η μισή ταινία γυρίστηκε στην Καλιφόρνια λόγω διαμαρτυριών της Latino κοινότητας του Miami, η περιπετειώδης παραγωγή προαναφέρθηκε. Αξεπέραστο και το 80’s O.S.T που θα καθορίσει και το επόμενο πόνημα του σκηνοθέτη, Body Double. Από θεματικές βρίσκουμε την DePalmική διαστροφή στη σχέση του Tony με την αδελφή του και την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στις κάμερες της θρυλικής βίλας του. Μ’ αυτά και μ’ αυτά η ταινία μάζεψε τρεις φορές το απαγορευτικό για κυκλοφορία X Rating και μετά από πόλεμο με τον κολλητό Scorsese κέρδισε το σύστημα παίρνοντας το πολυπόθητο R. Ταιριαστό για τη συγκεκριμένη ταινία, δε βρίσκετε;

Η χορδή λοιπόν που ακούμπησε η ταινία ήταν αυτή της αγανάκτησης του απλού ανθρώπου και της κατάκτησης του κόσμου ακόμα κι αν το όλο εγχείρημα είναι κενό όπως συνειδητοποιεί ο Tony στην σκηνή ανθολογίας του εστιατορίου. Έτσι, η κυκλοφορία της ταινίας σε VHS και μετέπειτα DVD που θα ξεπεράσει σε πωλήσεις ακόμα και το E.T., συμπίπτει με την απαρχή του χιπ-χοπ. Επηρέασε όλη τη σκηνή με περιπτώσεις γιγάντων όπως ο Sean Combs που καυχιέται ότι την έχει δει 63(!) φορές αλλά και του Jay-Z που σχημάτισε το mainstream του μέλλοντος. Πολύ σύντομα η επιρροή βρίσκεται και στους Αμερικανούς προέφηβους και την οικογενειακή Αμερικανική τηλεόραση με τον θρύλο του WWF Scott Hall να κάνει ξεπατικωτούρα για το χαρακτήρα του Razor Ramon και να χρησιμοποιεί για catchphrase το υβριδικό «Say Hello To The Bad Guy!» 'Απειρα τα δάνεια και στο μνημειώδες GTA Vice City που γαλούχησε τη γενιά μου και διόλου τυχαίο που η πρώτη επανέκδοση της ταινίας θα γίνει ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του παιχνιδιού. Ποιητικό να βρίσκουμε τον Manny (Steven Bauer) αλλά και τον Shadow (Mark Margolis) ως Don Eladio και Hector Salamanca αντίστοιχα στο κολοσσιαίο Breaking Bad.

Αυτή λοιπόν είναι η σημασία του έπους σε περίπου 900 λέξεις. Ελάτε στην παρέα μας να απολαύσουμε μια απ’ τις αγαπημένες μας ταινίες στην μεγάλη οθόνη και να διαφθείρουμε τη νέα γενιά ρουφώντας κάθε κόκκο φιλμικού yeyo από το άφθονο που προσφέρεται.

Τελευταία